Ερωτοαπαντήσεις (Λειτουργικά/Τελετουργικά)

Αγαπητέ μας αναγνώστη, αξίζει το κόπο να κάνης ένα ταξίδι με το Computer mouse….. σίγουρα θα μάθεις πάρα πολλά!!!

 

Τι σημαίνει Σαρανταλείτουργον;

Σαρανταλείτουργο ονομάζεται η επί τεσσαράκοντα συνεχείς ημέρας προσφορά της Θείας Ευχαριστίας υπέρ ζώντων και κεκοιμημένων.
Σαρανταλείτουργο συνήθως τελείται κατά τις σαράντα ήμερες της νηστείας των Χριστουγέννων. Ακόμη κι όταν κάποιος αδελφός απέλθει απ’ αυτήν την ζωήν, κυρίως σε μοναστήρια, οι Πατέρες τελούν σαρανταλείτουργο. Κι αυτό γίνεται, γιατί σύμφωνα με την Παράδοση των Αγίων Πατέρων «Μνημονεύονται αυτοί που φεύγουν από εμάς κι οδεύουν προς τον Κύριο, απ’ αυτήν την τελευταία ημέρα (ενν. της κοιμήσεώς τους) μέχρι την τεσσαρακοστή, καθημερινά μέσα στη Θεία Λειτουργία».

Η Παράδοση αυτή του Σαρανταλείτουργου στηρίζεται στην ίδια τη διαβεβαίωση που μας έδωσε ο Κύριος κατά τη σύσταση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, ότι τα προσφερόμενα δώρα είναι «εις άφεσιν αμαρτιών». Κι ακόμη ότι η Θεία Ευχαριστία δεν είναι μόνο θυσία λατρευτική κι ευχαριστήριος καθώς και θυσία ικετευτική και πρεσβευτική, αλλά συγχρόνως και «θυσία ιλασμού(=συγχωρήσεως)».

Τέλος το Σαρανταλείτουργον, πρέπει να τονίσουμε, ότι αυτό καθαυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ως κάτι το μηχανικό ή ως ένα όργανο τεχνικό που προσφέρει όνηση στους κεκοιμημένους, αλλά ως μια παράσταση λογική κι έκφραση της πίστεως της Εκκλησίας. Η Εκκλησία προσευχομένη μπορεί να εκφρασθεί με διάφορους τρόπους. Η υιοθέτηση ενός τρόπου προσευχής, όποιος κι αν είναι αυτός, όπως αυτή του σαρανταλείτουργου, εάν φυσικά πληρεί τις ορθόδοξες προϋποθέσεις, είναι αποδεκτός, ως κάτι που προσφέρει ψυχική άνεση κι ωφέλεια στους ζώντες πρώτα και έπειτα στους κεκοιμημένους.

Ως εκ τούτου αυτοί που τελούν το Σαρανταλείτουργον οφείλουν όχι μόνο να συμπαρίστανται προσευχόμενοι κατά την τέλεση της αναίμακτου ιερουργίας, αλλά και καταλλήλως να προετοιμάζονται «προεξομολογησάμενοι τα παραπτώματα αυτών», ούτως ώστε να μεταλαμβάνουν τα άχραντα μυστήρια. Ειδάλλως, εάν οι πιστοί μας που τελούν τα Σαρανταλείτουργα, τα μνημόσυνα και κάθε άλλη ιερουργία, δεν βλέπουν σ’ όλα αυτά τον πνευματικό αγιασμό τους, αλλά μια μαγική επίδραση όλων των τυπικών πράξεων της λατρείας επάνω τους, σίγουρα σε τίποτα δεν θα ωφελήσουν ούτε τους κεκοιμημένους, ούτε τους ίδιους που επιτελούν όλες αυτές τις λειτουργικές πράξεις.
Στο Τυπικό της Μονής Ευεργέτιδος υπάρχει μία πολύ ωραία σημείωση: ότι κατά τις πρώτες σαράντα ημέρες από την ημέρα του θανάτου κεκοιμημένου αδελφού γινόταν κάθε ήμερα, στον όρθρο και τον Εσπερινό εκτενής δέησις υπέρ του αποθανόντος. Ακόμη και κάθε ήμερα κατά το διάστημα αυτών των πρώτων 40 ημερών προσφερόταν η θεία Λειτουργία «προσφορά» υπέρ αναπαύσεως τής ψυχής αυτού. Εκτός τούτου το όνομα του κεκοιμημένου γραφόταν και στα Δίπτυχα διά την εσαεί ανάγνωσή του από τους περιλειπόμενους αδελφούς.

Υπήρχαν και υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που κάποιοι κοιμήθηκαν κοντά στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, περίοδος κατά την οποία δεν επιτρέπεται εντός της εβδομάδος να τελείται θεία Λειτουργία, παρά μόνο προηγιασμένη (ενν. Θεία Λειτουργία). Ο ΝΒ’ κανών της Στ’ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει: «Εν πάσαις ταις της αγίας Τεσσαρακοστής των νηστειών ημέραις, παρεκτός Σαββάτου και Κυριακής, και της Αγίας του Ευαγγελισμού ημέρας, γινέσθω η των προηγιασμένων ιερά Λειτουργία. Και ο ΜΘ’ κανών της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου ορίζει: «Ότι ου δει εν τη Τεσσαρακοστή άρτον προσφέρειν, ει μη εν Σαββάτο) και Κυριακή μόνον».

Στην Προηγιασμένη όμως Λειτουργία δεν γίνονται μνημονεύσεις υπέρ υγείας και υπέρ αναπαύσεως, για τον λόγο ότι αυτή η Λειτουργία είναι ήδη έτοιμη, όπως και το όνομα της φανερώνει –προηγιασμένη- από την προηγούμενη θεία Λειτουργία του Σαββάτου ή της Κυριακής, όπου κι εμνημονεύθηκαν τα ονόματα. Στην παραπάνω περίπτωση τα τρίτα του κεκοιμημένου γίνονται το Σάββατο που έπεται της κοιμήσεως, τα δε ένατα το δεύτερο Σάββατο (αυτό θεμελιώνεται και στους προαναφερθέντες κανόνες και στον ΝΑ’ κανόνα της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου, όπου ορίζει: «ότι ου δει εν Τεσσαρακοστή Μαρτύρων γενέθλια επιτελείν, αλλά των αγίων Μαρτύρων μνήμας ποιείν εν τοις Σαββάτοις και Κυριακαίς»)• αι δε τεσσαράκοντα Θ. Λειτουργίες αρχίζουν μετά την Κυριακή του Θωμά. Στο βιβλίο του Τριωδίου υπάρχει η διάταξις σχετικά με το Σαρανταλείτουργον, τι δηλαδή γίνεται όταν κάποιος κοιμηθεί κατά τις άγιες ημέρες της Τεσσαρακοστής: «Χρη ειδέναι ότι, εάν γένηται αδελφόν εκδημήσαι προς Κύριον εν ταις αγίαις ταύταις ημέραις… αι προσφοραί (Θ. Λειτουργίαι) και αι μνήμαι (μνημόσυνα) αυτού άρχονται από της νέας Κυριακής (του Θωμά) μέχρι συμπληρώσεως ημερών τεσσαράκοντα».

Ο Βάλσαμων εν τη ερμηνεία του ΝΑ’ κανόνος της Λαοδικείας, αλλά δη και ο Βλαστάρης, εν κεφ. ε’ του στοιχ. τ’, λέγουν περί των μνημοσύνων των κεκοιμημένων ότι δεν μπορούν να γίνονται εις τας άλλας ημέρας της Τεσσαρακοστής ει μη μόνον εις μοναχόν το Σάββατον καθώς και τα Τυπικά συμφώνως τούτο διορίζουσιν. Ακόμα και ο ΞΘ’ κανών των Αγίων Αποστόλων συμφωνεί με το παραπάνω πνεύμα.

 

 

 

Τι είναι το Αντίδωρον;

Το Αντίδωρον είναι ευλογημένος άρτος που βγαίνει από τα πρόσφορα που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θεία Λειτουργία (γι’ αυτό και ονομασία πρόσφορο, από το ρήμα προσφέρω).

Κατά την ώρα που γίνεται η ακολουθία της προσκομιδής προφέρονται άρτοι (πρόσφορα), συνήθως τρία ή πέντε για να εξαχθούν οι μερίδες των εννέα ταγμάτων. Πρώτα εξάγεται ο αμνός Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου. Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων. Πρώτα εξάγεται ο αμνός που συμβολίζει και τυποί το σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου. Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων, δηλαδή πάντων και πασών των αγίων της Εκκλησίας (πρόκειται για εννέα τριγωνικές μερίδες) Τέταρτον εξάγεται η μερίδα υπέρ του οικείου επισκόπου (Πατριάρχου, Αρχιεπισκόπου, Μητροπολίτου για τα δεδομένα της Ελλάδας) και πέμπτον εξάγονται οι μερίδες των ζώντων και κεκοιμημένων, της θριαμβεύουσας και της στρατευμένης Εκκλησίας (πρόκειται για μαργαρίτες, μικρά δηλ. ψίχουλα). Τα υπόλοιπα των άρτων (προσφόρων) που προσκομίζονται στην Πρόθεση είναι αυτά που ονομάζουμε Αντίδωρα. Το μέγεθος των Αντιδώρων κατά τη Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά τέτοιο που να επαρκεί ώστε να διανέμεται σε όσους δεν μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, που είναι και το κύριο Δώρον της Εκκλησίας.

Η μετοχή στον αγιασμό του Θεού έρχεται σε κάθε πιστό άνθρωπο μέσα από τα αισθητά και ορώμενα πράγματα. Ο άνθρωπος ανάγεται στα Θεϊκά μέσα από τα αισθητά. Για τον λόγο αυτό και το Αντίδωρο που είναι μετοχή αγιασμού Θεού γίνεται με τη μετάληψη αυτού του αισθητού άρτου. Σχετικά ο άγιος Συμεών Θες/νίκης αναφέρει: «Επεί δε και δι’ αισθητών τινών ως σώμα περικειμένοις τον αγιασμόν έδει λαβείν, δια του αντιδώρου γίνεται».

Η Εκκλησία ορίζει ο πιστός να λαμβάνει κάθε φορά Δώρο, δηλαδἠ το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Η ίδια δεν επιθυμεί όμως και εκείνοι που δεν είναι προετοιμασμένοι για τη μετοχή του Δώρου, να φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να λαμβάνουν κάτι. Είναι το Αντίδωρον μια πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας για όλους εκείνους του αναξίους της μετοχής. Και μπορεί το Αντίδωρο να μην είναι το ίδιο Σώμα του Χριστού, όμως είναι άρτος «ηγιασμένος» γιατί σφραγίστηκε ολόκληρος (ο άρτος) με τη λόγχη και δέχθηκε από το λειτουργούντα και προσκομίζοντα Ιερέα τα άγια λόγια. Ο άγιος Συμεών Θεσ/νίκης αναφέρει «’Επεί και ηγιασμένος εστί και ούτος άρτος, σφραγιζόμενός τε τη λόγχη, και ιερά δεχόμενος ρήματα».

Το Αντίδωρο τρώγεται εκείνη την ώρα που λαμβάνεται, όταν ο χριστιανός που το λαμβάνει είναι από το πρωί νηστικός. Πάντως κανένας πιστός δεν πρέπει να αναχωρεί από το ναό μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να λάβει το Αντίδωρον από το χέρι του λειτουργούντος Ιερέως. Είναι κακή συνήθεια να διανέμεται το Αντίδωρο στο παγκάρι από τους Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους που είναι λαϊκοί, είτε να λαμβάνεται δι’ αυτοεξυπηρετήσεως από τους ίδιους τους πιστούς. Λαμβάνοντας μόνος του κανείς το Αντίδωρο στερείται της ευκαιρίας να λάβει την ευλογία του Λειτουργούντος Ιερέως. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι δε (πιστοί) συν ευλαβεία πάση δέχονται (το Αντίδωρον) και καταφιλούν την δεξιάν, ως αν προσφάτως αψαμένην του Παναγίου Σώματος του Σωτήρος Χριστού και τον εκείθεν αγιασμόν και δεξαμένην και μεταδούναι τοις ψαύουσι δυναμένην» (Νικολάου Καβάσιλα, Εις ερμηνείαν της Θείας Λειτουργίας. Επειδή για το πρόσφορο υπάρχει ο συμβολισμός ότι θεωρείται το σώμα της Παναγίας, για αυτό το σχήμα του προσφόρου είναι στρογγυλό, ομοιάζοντας με την κοιλιά της Παναγίας απ’ την οποία εξάγεται ο Χριστός, ομοίως και το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου Παναγίας.

Ο ιερέας όταν μοιράζει το Αντίδωρο στους πιστούς λέει την ευχή: «Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σε», σε κάθε χριστιανό που προσέρχεται. Και με την ευχή αυτή προσφέρει μία ακόμη ευλογία, στις άλλες δύο που είναι αυτό τούτο το Αντίδωρο και ο ασπασμός του χεριού του.
Πολλοί πιστοί ζητούν, κατά την στιγμή που λαμβάνουν την προσωπική τους μερίδα Αντιδώρου από τον Ιερέα, να λάβουν και άλλα περισσότερα Αντίδωρα γιατί θέλουν να μεταλαμβάνουν από αυτό όλες τις ημέρες της εβδομάδας που δεν μπορούν να μετέχουν στην Εκκλησία. Καλή και ευλογημένη αυτή η συνήθεια. Ομως το Αντίδωρον είναι αντί της μετοχής των αχράντων Μυστηρίων στη συγκεκριμένη μέρα, χρόνο και τόπο τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας. Μαζί με τον εκκλησιασμό έρχεται ή το Δώρο, ή το Αντίδωρον. Εκτός του εκκλησιασμού ποια η θέση του;
Ακόμη συνηθίζεται από πολλούς Ιερείς, εξαιτίας παλαιοτέρων συνηθειών από προκατόχους Ιερείς, να μοιράζουν μαζί με το Αντίδωρον τα λεγόμενα «Υψώματα». Το «Ύψωμα», κατ’ ακρίβειαν της λέξεως, είναι ό,τι υψώνεται από τους άρτους στην Αγία Πρόθεση και προσκομίζεται. Η δικαιολογία από μερίδα κληρικών που διανέμουν «Υψώματα» εστιάζεται στο γεγονός ότι αποτελούν «πνευματικά έπαθλα» για όσους εκ των πιστών ενασχολούνται με τα άγια πράγματα της Εκκλησίας. Η διανομή των «Υψωμάτων» διατείνονται μερικοί ότι δημιουργεί άμιλλα πνευματικού χαρακτήρα.
Αλλά πάλι εκ των πιστών, σε περιόδους νηστείας βαστούν το λεγόμενο «τριήμερο» και δεν τρώνε για τρεις ημέρες τίποτε άλλο παρεκτός του Αντιδώρου κάθε πρωί ή κατά Θ΄ Ώρα, δηλαδή στις 3 μ.μ. Όλες αυτές είναι ευλογημένες συνήθειες που προέρχονται από την εκτίμηση της σημασίας και της αξίας που έχει ο ευλογημένος αυτός άρτος της προσφοράς.

Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων πίνεται πριν από την λήψη του Αντιδώρου.
Ακόμη υπάρχει η ευλαβική συνήθεια μερικών πιστών να ζητούν το ύψωμα της Θείας Λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης για ευλογία για όλο το χρόνο. Αυτή η πράξη φαίνεται ότι έχει επιδράσει από την εξαγωγή του αμνού της Μεγάλης Πέμπτης για τη Θεία Κοινωνία των ασθενών. Κι αυτή η συνήθεια εντάσσεται στην απλοϊκή ευλάβεια των πιστών.
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε και την σημασία της μετ’ ευλαβείας βρώσεως του Αντιδώρου που δείχνει και τον προσωπικό, κατ’ επίγνωση σεβασμό του εσθιόντος «μετά φόβου Θεού».